βρότειος

βρότειος, ον, also α, ον Archil.15, Emp.2.9, E.Hipp.19, Supp.777:— poet.Adj.
A mortal, human, A.Pr.116 (lyr.), etc.; β. μῆτις Emp.l.c.;

β. γένος E.Fr.898.13

;

ψυχὴν βροτείαν Id.Supp.777

; β. πόνοι of mortals, Alex.240.9:—in Hom. only [full] βρότεος, η, ον

, φωνή Od.19.545

;

εὐνή h.Ven.47

; also in Pi.O.9.34, Emp.100.17, A.Eu.171 (lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρότειος — mortal masc nom sg βρότειος mortal masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρότειος — βρότειος, α, ον και βρότεος, η, ον (Α) [βροτός] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους βροτούς, ο ανθρώπινος («βρότειον γένος», «βρότειοι πόνοι») …   Dictionary of Greek

  • βροτείω — βρότειος mortal masc/neut nom/voc/acc dual βρότειος mortal masc/neut gen sg (doric aeolic) βρότειος mortal masc/fem/neut nom/voc/acc dual βρότειος mortal masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρότειον — βρότειος mortal masc acc sg βρότειος mortal neut nom/voc/acc sg βρότειος mortal masc/fem acc sg βρότειος mortal neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτείων — βρότειος mortal fem gen pl βρότειος mortal masc/neut gen pl βρότειος mortal masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτείοις — βρότειος mortal masc/neut dat pl βρότειος mortal masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτείου — βρότειος mortal masc/neut gen sg βρότειος mortal masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτείους — βρότειος mortal masc acc pl βρότειος mortal masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτείῳ — βρότειος mortal masc/neut dat sg βρότειος mortal masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτησίων — βρότειος mortal fem gen pl βρότειος mortal masc/neut gen pl βροτήσιος fem gen pl βροτήσιος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτέων — βρότειος mortal fem gen pl βρότειος mortal masc/neut gen pl βρότεος mortal fem gen pl βρότεος mortal masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.